έμποδος

-ο(ς), -ο(ν) (AM ἔμποδος, -ον, Μ και ἔμποδος, -ο[ς], -ο[ν])
αυτός που εμποδίζει, εμπόδιος*
μσν.- νεοελλ.
(και τα τρία γένη ως ουσ.) ο έμποδος, η έμποδο(ς), το έμποδο(ν)
εμπόδιο, δυσκολία, πρόσκομμα, κώλυμα (α. «ἔμποδον μέγαν ηὕρασιν τὰ δάση τῆς Πρινίτσας», Χρον.Mop.
β. «δίχως καμίαν ἔμποδον ἐσέβησαν στὴν πόλιν», Θησ.
γ. «την ύπαρξη σου αρνούνται, για να μη σ' έχουν έμποδο», Βαλαωρ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ἔμποδος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔμποδος — masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔμποδον — ἔμποδος masc/fem acc sg ἔμποδος neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἔμποδον — Ἔμποδος masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρέμποδος — ον, Μ αυτός που παρεμποδίζει, που παρακωλύει. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) * + ἔμποδος «αυτός που εμποδίζει»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.